Έννοια Κατόζω

Ομάδα Λάβρυς,Ελληνικός Πολυθεϊσμός,Δωδεκάθεο,Οικιακή λατρεία,Household Worship.

Wikipedia

Facebook


CURRENT MOON

Φιλοσοφικά Ρητά

Ευγενείς Τέχνες

Διαστημόπλοιο Γαία



κατοικία,κτίρια πόλεων,υπερπληθυσμός,city building,low quality of life.


Κατόζω: (ετυμολογία κατά + όζω). Αναδίδω κακήν οσμήν. Συνήθως λέγεται για χώρο που παρουσιάζει υπερσυγκέντρωση βακτηριδίων υπέργεια στα πρώην πόσιμα ύδατα ή υπογείως στις αποχετεύσεις λόγω υπερπληθυσμού θνητών στις πόλεις. 

Κάτοιδα: κατήδη, γνωρίζω καλώς, εννοώ, γνωρίζω εξ όψεως, αναγνωρίζω

Κατοικέω-ω: (ετυμολογία κατά + οικώ). Διαμένω ως κάτοικος, διαμένω, διατριβώ, ζω. Ζω σε πολυεπίπεδα χτίρια υπέρ μαζικής παραγωγής, καταναλωτισμού και τεχνολογιών της εποχής των Ατλάντων. [αντίθετο οικώ, διαμένω σε οικία, λίθινη δόμηση που αποκαλείται σπίτι και εστία, όταν εντός αυτής καίει φλόγα από κανδήλι(καντήλι), από δαδί ή πυρσό]. || παθητικός: ιδρύομαι, έχω ιδρυθεί, διοικούμαι. Παράγωγο:

Κατοίκησις, -εως, η: το κατοικείν, διαμονή

Κατοικία: τόπος διαμονής, αγροκήπιον, κατοικία, αποικία. Στην κορυφή του όρους Ολύμπου, κατοικούν οι αιώνιοι, αθάνατοι, οι Ολύμπιοι Θεοί. (Ανάλυσις: Αυτό σημαίνει ότι οι ανώτεροι Θεοί κατοικούν στις κορυφές των ορέων και κατά τα φαινόμενα παλαιότερα ζούσαν κάπου χαμηλότερα υψομετρικά και μετά κατοίκησαν στα σημεία όπου άνηκαν στους Πρωτόγενους Τιτάνες, στα Όρη, απογόνους της Γαίας που τα γέννησε χωρίς ερωτική επαφή. Οι θνητοί δεν επιτρέπεται να κατοικούν σε κορυφές, ούτε στην αίγλη των βουνών). Παράγωγο:

Κατοίκισης, -εως, η: ίδρυση αποικίας ή πολιτείας, ομοίως:

Κατοικίζω: στέλλω ή βάλλω να κατοικήση, τοποθετώ ως αποίκους, ιδρύω αποικίαν, πληρώ ανθρώπων ωσαύτως αποκαθιστώ εις την παλαιάν πατρίδα.

Κατοικισμός: οικοδομώ επί τίνος, καταλαμβάνω τη φύση των Θεών, ώστε σπαταλώ εις οικοδομάς, κλείω δι’οικοδομών.

Κατοικτείρω: αισθάνομαι πολύ οίκτον, συμπάθεια, λύπην

Κατοικτίζω: αισθάνομαι οίκτον, κινώ τον οίκτον, θρηνώ δι’εμαυτόν, εκφέρω θρήνους

Κατοιμώζω: θρηνώ, στενάζω

Κάτοινος: (ετυμολογία: κατά + οίνος), μεθυσμένος, ο βάρβαρος θνητός όταν η μέθη επαναλαμβάνεται

Κατοίχομαι: έχω απέλθει κάτω εις τον Άδην, έχω αποθάνει

Κατοκνέω: λίαν οκνώ, διστάζω εκ φόβου, εξ οκνηρίας, αποφεύγω, διστάζων απέχω, φοβούμαι



(Πηγή: Επίτομον Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Π.Χ. Δορμπαράκη, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., 1989)